Ένα ποιητικό διαμάντι από τη Χίο

   Το ιδιωτικό ΚΤΕΟ Χίου ενημερώνει ότι το κράνος και η ζώνη σώζουν ζωές




Ένα ποιητικό διαμάντι από τη Χίο

ΧΑΡΤΗΣ 30 {ΙΟΥΝΙΟΣ 2021}

του Τάκη Γραμμένου

 

Χιώτισσες. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία, αρχές 19ου αι. Σχέδιο του J.B. Hilaire, Χάραξη του J.L. Délignon, Μουσείο Μπενάκη
Χιώτισσες. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία, αρχές 19ου αι. Σχέδιο του J.B. Hilaire, Χάραξη του J.L. Délignon, Μουσείο Μπενάκη

Στη μνή­μη της Λιά­νας Στε­φα­νή

Τον Ιού­νιο του 2016 με το σύλ­λο­γο Φί­λοι του Αρ­χαιο­λο­γι­κού Μου­σεί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης, βρέ­θη­κα για λί­γες μέ­ρες στο νη­σί, με απευ­θεί­ας πτή­ση από Θεσ­σα­λο­νί­κη. Εί­χα ξα­να­πά­ει για με­ρι­κές μέ­ρες, πριν από πολ­λά χρό­νια, φι­λο­ξε­νού­με­νος των φί­λων βυ­ζα­ντι­νο­λό­γων Μπά­μπη και Βά­σως Πέν­να (η Βά­σω έφυ­γε πριν με­ρι­κά χρό­νια) και τό­τε ο Μπά­μπης, με αφορ­μή υπη­ρε­σια­κές αυ­το­ψί­ες, με εί­χε τρι­γυ­ρί­σει σχε­δόν πα­ντού, έχο­ντας μα­ζί μας μία φω­το­τυ­πία από τον αρ­χαιο­λο­γι­κό χάρ­τη του νη­σιού. Ήταν από έναν πα­λιό αρ­χαιο­λο­γι­κό οδη­γό του αεί­μνη­στου Μπού­ρα.
Αυ­τή τη φο­ρά έπε­σα στην με­τά τις με­γά­λες αν­θο­φο­ρί­ες επο­χή, όμως οι αέ­ρη­δες μύ­ρι­ζαν ακό­μη, ώρι­μα πια, αρώ­μα­τα, ιδί­ως στη Νέα Μο­νή και στους κά­μπους με τα εσπε­ρι­δοει­δή και τα μα­στι­χό­δε­ντρα και εκεί γύ­ρω στα Μαύ­ρα Λι­λά­δια.
Ένα πρω­ι­νό, σκε­πτό­με­νος με ποιο τρό­πο θα μπο­ρού­σα να δω την Πα­να­γία την Κρί­να, ναό με­λε­τη­μέ­νο και δη­μο­σιευ­μέ­νο από τον φί­λο μου τον Μπά­μπη –κά­τι που δεν έγι­νε τε­λι­κά δυ­να­τό– και υπό την επή­ρεια της μα­γεί­ας του αντι­γρά­φου του γνω­στού πί­να­κα του Ντε­λα­κρουά «Η σφα­γή της Χί­ου» και της εξαί­ρε­της (και από μου­σειο­λο­γι­κή άπο­ψη) μό­νι­μης έκ­θε­σης σε οθω­μα­νι­κό μνη­μείο της πό­λης, το μά­τι μου έπε­σε σε ένα του­ρι­στι­κό οδη­γό του νη­σιού, αφη­μέ­νο στη ρε­σε­ψιόν του με­γά­λου πα­ρα­θα­λάσ­σιου ξε­νο­δο­χεί­ου. Φυλ­λο­με­τρώ­ντας τον, ξαφ­νι­κά, η ποι­η­τι­κή απο­κά­λυ­ψη: ένα δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι της Χί­ου.
Αν και κε­ραυ­νο­βο­λη­μέ­νος, πρό­λα­βα να δω ότι η πα­ρα­πο­μπή ήταν άψο­γη, σκέ­φτη­κα ότι μάλ­λον φι­λό­λο­γος θα έπρε­πε να εί­χε επι­με­λη­θεί τον οδη­γό και τον έκλει­σα βια­στι­κά. Ντρά­πη­κα να ζη­τή­σω να μου κά­νουν μια φω­το­τυ­πία, αλ­λά έκα­νε και μου την έστει­λε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη ο κύ­ριος Νί­κος Μί­τσης, να εί­ναι κα­λά. Το δη­μο­τι­κό αυ­τό τρα­γού­δι εί­ναι δη­μο­σιευ­μέ­νο στο σχε­τι­κό δί­το­μο της Βα­σι­κής Βι­βλιο­θή­κης που εί­χε επι­με­λη­θεί ο κα­θη­γη­τής μου της λα­ο­γρα­φί­ας στο ΑΠΘ Δη­μή­τριος Πε­τρό­που­λος που προ­ερ­χό­ταν από την Ακα­δη­μία Αθη­νών και στον οποίο πολ­λά χρω­στά­ει η με­λέ­τη των δη­μο­τι­κών μας τρα­γου­διών.

ΚΟΡΗ ΠΛΕΝΕΙ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ, ΝΑΥΤΕΣ

Κάτου σε γιαλό, κάτου σε περιγιάλι,
πλένουν Χιώτισσες, πλένουν οι Χιωτοπούλες.
Και μιά Χιώτισσα, μιας χήρας θυγατέρα,
πλενε, άπλωνε τ΄αντρός της το μαντήλι,
και του φίλου της και τ΄αγαπητικού της.
Έβγαλε ο γιαλός το μαριανόν αγέρα
και τ΄ς ασήκωσε το γύρο τση ποδιάς της
και τση εφάνηκαν τα ποδαστράγαλά της
κι έλαμψε ο ουρανός, ελάμψαν τ΄ακρογιάλια.
Καράβι αρμένιζε στη μέση του πελάου.
«Λάβνετε, παιδιά, λάβνετε, παλληκάρια,
για να πάμετε εκεί που λάφτει ο τόπος,
που έλαμψε ο ουρανός κι έλαμψαν τ΄ακρογιάλια.
Αν είναι πανιά, να είναι του καραβιού μας
κι αν είναι φλουριά, να είν΄τω παλληκαριώνε
κι αν είναι λυερή, να είναι του καπετάνιου».
Ήτουνε λυερή, μιας χήρας θυγατέρα…


Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια
, Α΄, επιμέλεια Δημητρίου Πετροπούλου, Β.Β. 46, Αθήναι 1958, σσ. 146-147

Ση­μεί­ω­ση:  

Πρό­κει­ται για το Οθω­μα­νι­κό τέ­με­νος Με­τζι­τιέ το οποίο, κα­τά την πρώ­τη μου επί­σκε­ψη, δεν εί­χε ακό­μη αρ­χί­σει να ανα­κα­τα­σκευά­ζε­ται και στο δά­πε­δό του φυ­λάσ­σο­νταν δε­κά­δες αρ­χι­τε­κτο­νι­κά μέ­λη πολ­λών επο­χών, κυ­ρί­ως βυ­ζα­ντι­νά. Στο κτή­ριο αυ­τό, τώ­ρα πλέ­ον Βυ­ζα­ντι­νό Μου­σείο του νη­σιού, φυ­λάσ­σε­ται και πι­στό αντί­γρα­φο της «Σφα­γής της Χί­ου» του Ντε­λα­κρουά, που προς το τέ­λος του 2016 εί­χε εκτε­θεί στο Τελ­λό­γλειο της Θεσ­σα­λο­νί­κης

Μα­ρια­νός αέ­ρας: ο αέ­ρας που φυ­σά­ει από τη με­ριά της Αμορ­γού.
Λάβ­νε­τε: από το λά­μνω, κω­πη­λα­τώ.
Λά­φτει: λά­μπει.

(Ευ­χα­ρι­στώ την κ. Αρε­τή Τζιν­τζιό­βα, Σπου­δα­στή­ριο Λα­ο­γρα­φί­ας, ΑΠΘ, για­τί εν και­ρώ παν­δη­μί­ας μου σκα­νά­ρι­σε με­ρι­κές σε­λί­δες από το βι­βλίο του Πε­τρό­που­λου).

ΠΗΓΗ: hartismag.gr

 



Please follow and like us:
Αρέσει σε %d bloggers: