Έκανε στάση στη Χίο το ταξίδι διάδοσης της καλής λογοτεχνίας




Ταξίδι διάδοσης της καλής λογοτεχνίας

Εύα Στάμου

Από το 2015 έως το 2017 εργάστηκα στη Λέρο προσφέροντας ψυχοθεραπεία σε ναυτικά
πληρώματα που είχαν αναλάβει την διάσωση και την εγκατάσταση προσφύγων στο κέντρο
φύλαξης του νησιού.
Ήταν τότε που μου ήρθε για πρώτη φορά η ιδέα της δημιουργίας κάποιου προγράμματος που
θα φρόντιζε για την διάδοση του ποιοτικού βιβλίου στους συμπολίτες μας που ζουν εκτός των
μεγάλων πόλεων, καθώς διέκρινα το κενό στην ενημέρωση και φυσικά την απουσία εύκολης
πρόσβασης σε πολιτισμικά αγαθά που μπορούμε να απολαμβάνουμε στην Αθήνα και τις
υπόλοιπες μεγαλουπόλεις.
Πριν από λίγους μήνες κατάφερα, σε συνεργασία με το Μουσείο Σχολικής Ζωής και
Εκπαίδευσης, να εξασφαλίσω την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού για μία σειρά από
ομιλίες και δράσεις φιλαναγνωσίας που, παρά την κρίση δημόσιας υγείας,
πραγματοποιήθηκαν στη Χίο και τη Λέσβο την πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου.
Η επιλογή των νησιών δεν είναι τυχαία καθώς με τους συνεργάτες μου, τη διευθύντρια του
Μουσείου, Ευαγγελία Κανταρτζή και τον συγγραφέα Κώστα Στοφόρο, αποφασίσαμε ότι θέλαμε
να βρεθούμε σε τόπους που τα τελευταία χρόνια δοκιμάζονται λόγω της προσφυγικής και
υγειονομικής κρίσης, φέρνοντας το μήνυμα ότι δεν πρέπει να υποτιμάμε την σημασία της
ψυχικής και ηθικής στήριξης που μπορεί να μας προσφέρει ακόμα και στις πιο αντίξοες
συνθήκες η λογοτεχνία, μα και κάθε μορφή τέχνης.
Στη Χίο είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με εκπαιδευτικούς στον εξαιρετικό χώρο της
Βιβλιοθήκης «Αδαμάντιος Κοραής» όπου μας υποδέχτηκε η διευθύντρια Άννα Χαζίρη, μια
δραστήρια νέα γυναίκα. Είχαμε επίσης μια ενδιαφέρουσα συνάντηση ανταλλαγής απόψεων
για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας και συγκεκριμένες δράσεις που αφορούν την προώθηση του
ποιοτικού βιβλίου με τον Αντιπεριφερειάρχη Χίου, Παντελή Μπουγδάνο, τον
Αντιπεριφερειάρχη Παιδείας και Διά Βίου Μάθησης Βορείου Αιγαίου, Στέλιο Καμπούρη και την
Πρόεδρο του πολιτιστικού Συλλόγου ΑΡΤΙΟΝ Βάσω Κριτάκη. Στη Λέσβο συζητήσαμε για την
πολιτική βιβλίου στη χώρα μας με γονείς, μαθητές και εκπαιδευτικούς, τόσο στο Πρότυπο
Πειραματικό Λύκειο Μυτιλήνης, όσο και στο Μουσείο Βρανά στη Γέρα με την αρωγή του
βιβλιοπωλείου της κυρίας Μυρίνας Φωτίου.
Πέραν όμως από τη πολύ θετική εμπειρία του ταξιδιού φιλαναγνωσίας, θα ήθελα να
καταγράψω κάποιες γενικότερες σκέψεις που απορρέουν από το ταξίδι μου σε Χίο και Λέσβο:
1. Το κοινό της λογοτεχνίας στη χώρα μας παραμένει στην πλειονότητά του γυναικείο. Οι
περισσότεροι άντρες διαβάζουν ιστορικά βιβλία, ποίηση και δοκίμιο αλλά όχι μυθιστόρημα
που αν και είναι η δεσπόζουσα λογοτεχνική μορφή εδώ και αιώνες, στην Ελλάδα εξακολουθεί

να θεωρείται από κάποιους ως κατώτερης ποιότητας και να ταυτίζεται με το «ρομάντζο». Ως εκ
τούτου, επικρατεί σύγχυση ανάμεσα στην γυναικεία γραφή που ασχολείται με ζητήματα
σχέσεων, σεξουαλικότητας και γυναικείας ταυτότητας, -με την πολυσημία δηλαδή της
ανθρώπινης εμπειρίας- και την ροζ παραλογοτεχνία που πραγματεύεται με απλοϊκό τρόπο το
θέμα του έρωτα και απευθύνεται αποκλειστικά σε γυναικείο κοινό. Αποτέλεσμα αυτών των
παρανοήσεων είναι ότι το έργο αξιόλογων σύγχρονων Ελληνίδων αλλά και ξένων πεζογράφων
να μην είναι όσο γνωστό θα όφειλε.
2. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την σχέση που θα αναπτύξουν οι
μαθητές με τη λογοτεχνία για την υπόλοιπη ζωή τους και την προώθηση της φιλαναγνωσίας σε
παιδιά και εφήβους. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μας ήρθαμε σε επαφή με αξιόλογους,
ενημερωμένους και δραστήριους δασκάλους που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας με
ενθουσιασμό, αλλά και με συναδέλφους τους που αδιαφόρησαν για το ζήτημα της
φιλαναγνωσίας, θεωρώντας πως το θέμα δεν εμπίπτει στα καθήκοντα και τις «υποχρεώσεις»
τους. Οι μαθητές που έχουν την τύχη να έρχονται σε καθημερινή επαφή με την πρώτη
κατηγορία εκπαιδευτικών, είναι αυτοί που, στην αρχή, ενστικτωδώς και, καθώς θα περνούν τα
χρόνια, συνειδητά, θα αποκτήσουν στενή σχέση με τη λογοτεχνία, το θέατρο και τον πολιτισμό
σε όλες τις εκφάνσεις του, είτε ως πιστό, καλλιεργημένο κοινό είτε ως δημιουργοί.
3. Η επαφή των παιδιών με την καλή λογοτεχνία δεν αποσκοπεί μόνο στην βελτίωση των
μαθησιακών ικανοτήτων τους ή στο να αποκτήσουν εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και πλούσιο
λεξιλόγιο. Διαβάζουμε για να κατανοήσουμε εις βάθος την ανθρώπινη εμπειρία, τους τρόπους
με τους οποίους λειτουργούν οι ανθρώπινες σχέσεις, το βίωμα της φθοράς ή το γεγονός του
θανάτου, αλλά και για να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Η ανάγνωση ποιοτικών
κειμένων μας παροτρύνει να ανακαλύψουμε νέους τρόπους για να προσλαμβάνουμε, να
ερμηνεύουμε, να οργανώνουμε την πραγματικότητα. Ως αναγνώστες της καλής λογοτεχνίας
έχουμε την ευκαιρία να συναντήσουμε χαρακτήρες που δεν μοιράζονται τίποτα κοινό με εμάς
από άποψη ηλικίας, φύλου, επαγγέλματος, ερωτικών επιλογών, τρόπου ζωής, φυλής και
εθνικότητας. Παρατηρώντας τα πράγματα από την ιδιαίτερη οπτική γωνία στην οποία μας
εισαγάγει ο κάθε συγγραφέας και ερχόμενοι σε επαφή με την διαφορετικότητα, η γνώση μας
για την ανθρώπινη εμπειρία διευρύνεται με αποτέλεσμα να καλλιεργείται η ενσυναίσθησή μας.
4. Είναι σημαντικό ότι το Υπουργείο Πολιτισμού υποστηρίζει αυτό το ταξίδι φιλαναγνωσίας που
ελπίζουμε ότι σύντομα θα συνεχιστεί και σε άλλες περιοχές της χώρας. Θα είναι ωστόσο καλό
να υπάρξουν στο μέλλον περισσότερες δράσεις που θα στοχεύουν στη διάδοση της κλασικής
και σύγχρονης λογοτεχνίας, περισσότερες επισκέψεις στις απομακρυσμένες περιοχές της
Ελλάδας πεζογράφων, εκδοτών, κριτικών και δοκιμιογράφων, ένα συντονισμένο κύμα
ανθρώπων που αγαπούν το βιβλίο και νοιάζονται για την διάδοση σημαντικών έργων στις
νεότερες γενιές και θα αποτελέσουν μία ασπίδα απέναντι στην εύπεπτη παραλογοτεχνία, τα
video games, τα ανούσια τηλεοπτικά ριάλιτι, τα πρωινές «γυναικείες» εκπομπές — σε μια
ολόκληρη δηλαδή υποκουλτούρα που στοχεύει στη δημιουργία πιστού κοινού που, δίχως
επιφυλάξεις ή ερωτηματικά, θα καταναλώνει βουλιμικά τα προϊόντα της.



Please follow and like us:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *