11 η Νοεμβρίου 1912: Η Χίος Ελευθέρα




11 η Νοεμβρίου 1912: Η Χίος Ελευθέρα

11η Νοεμβρίου του 1912, ημέρα Κυριακή, εορτή των πολιούχων της Χίου Αγίων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου. Μετά από 346 χρόνια η Χίος αποτινάζει την Οθωμανική κυριαρχία και για πρώτη φορά στην ιστορία της βλέπει τη γαλανόλευκη να κυματίζει στα χώματά της.
Το χρονικό της κατάληψης του νησιού ξεκινά με την προσόρμιση, έξω από το λιμάνι της Χίου στις 10 το πρωί της 11ης Νοεμβρίου 1912, του Ελληνικού στόλου, αποτελούμενου από τρία
ελαφρά καταδρομικά και  δύο αντιτορπιλικά. Από το μεσημέρι ξεκινάει η απόβαση των ελληνικών δυνάμεων στο Κοντάρι, οι οποίες τρέπουν σε φυγή τον εχθρό, όχι όμως χωρίς απώλειες. Ο
Σπαρτιάτης Εμμανουήλ Ποθητός και ο εξ Αθηνών Ιωάννης Χρυσολωράς είναι οι πρώτοι νεκροί.
Αντιπροσωπία των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων απαιτεί την άμεση παράδοση του νησιού. Παρά την αρχική καταφατική απάντηση των κατακτητών Τούρκων, ο Ζιχνή Μπέης,
στρατιωτικός διοικητής του νησιού, απορρίπτει την πρόταση. Την επόμενη, 12 Νοεμβρίου του 1912, ο ελληνικός στρατός, που είχε διανυκτερεύσει την προηγούμενη στο Κοντάρι, μπήκε στην πόλη, που άνοιξε τις αγκαλιές της να τον δεχθεί μέσα σε έξαλλη χαρά. Τότε ήταν που ο δήμαρχος Χίου Νικόλαος Κουβελάς αναφώνησε το περίφημο: «που είστε, μωρέ, που σας
περιμέναμε πεντακόσια χρόνια!».
Μάλιστα η Προϊσταμένη της Δ.Κ.Ι.Β. Χίου «Κοραής» αναφέρει και τα παρακάτω: « η πρώτη υψωθείσα ιστορική σημαία της απελευθερώσεως της Χίου το 1912, που διεσώθη από το Γεώργιο
Χωρέμη και παραδόθηκε το 1966 στο Μουσείο της Βιβλιοθήκης. Ο υποστράτηγος Πέτρος Καρακασώνης στην «Ιστορία της Απελευθερώσεως της Χίου κατά το 1912» περιγράφει με πολύ
γλαφυρό τρόπο το παρακάτω γεγονός: «Η μικρά δεσποινίς Ευγενία Μαδιά έμπλεως την ψυχήν πατριωτικών αισθημάτων κατεσκεύασε μετά σπουδής εκ μεταξίνου υφάσματος ελληνικήν σημαίαν και προσελθούσα την 1 ην μ.μ ώραν εις το Φρουραρχείον παρουσιάσθη ενώπιον του φρουράρχου υπολοχαγού Καταφυγιώτη, εγχειρίσασα δ’ αυτώ την σημαίαν παρεκάλεσεν, όπως αύτη ανυψωθεί επί του κοντού του Φρουραρχείου εις αντικατάστασιν της προ μικρού καταβιβασθείσης τουρκικής σημαίας.. Ο Φρούραρχος ασμένως αποδεχθείς την πολύτιμον προσφοράν, διέταξε την παράταξιν φρουράς προς απόδοσιν τιμών. Κι τότε η μικρά ανύψωσε δια των χειρών της την σημαίαν εν μέσω εξάλλου ενθουσιασμού και υπό τα φρενητιώδεις ζητωκραυγάς και χειροκροτήματα του τυχαίως συγκεντρωθέντος υπό του φρουραρχείον πλήθους.» Ο Γεώργιος Ιωάννου Χωρέμης ενθυμούμενος στο έργο του «Όσα ο ίδιος είδον»
καταγράφει: «….όταν την 12 η Νοεμβρίου 1912 εισήλθομεν εν τη πόλει και αύτη και ο Κάμπος ήσαν σημαιοστόλισται με ελληνικάς σημαίας. Όταν όμως παρετήρει τα σημαίας εκ του πλησίον παρετήρει ότι είχον γίνει από κοινόν ρούχον. Το λευκόν ήτο σχεδόν πάντοτε σενδόνιον, το γαλάζιον δε μαλλινον ή μεταξωτόν από γυναικείον ρούχον. Εφαίνετο δε ότι είχον ραφή εν βία (σημ. συντάκτη: Η σημαία της Ε. Μαδιά παρατηρούμε ότι δεν αποτελείται από 9 γραμμές αλλά από 7). Τοιαύται ήσαν αι σημαίαι που είχον σχεδόν όλαι αι οικείαι. Όταν ο στρατός εισήλθεν εν τη πόλει την 12 Νοεμβρίου 1912, τοιαύτην σημαίαν εύρεν εις το παράθυρον του Διοικητηρίου και όταν έφθασα εκεί την αφήρουν οι πολίται από του παραθύρου και την ετοποθέτησαν επί της στέγης. Είχε γίνει από λεκόν ρούχον βαμβακερόν και γαλάζιο μεταξωτόν από γυναικείον ένδυμα. Έμεινεν νυχθημερόν επί του Διοικητηρίου καθ’ όλας τας εχθροπραξίας και την έλαβον κατόπιν και φυλάσσω ως πολύτιμον ενθύμιον….». Αυτή λοιπόν η σημαία η οποία διεσώθη από τον Γ.Ι.Χωρέμη παραχωρήθηκε το έτος 1966 στο Μουσείο της Βιβλιοθήκης Χίου «Κοραής» και εκτίθεται στο χώρο του Αναγνωστηρίου.» Ο συνταγματάρχης πεζικού Νικόλαος Δελαγραμμάτικας,
διοικητής του στρατού κατοχής, αφού εγκατέστησε τις δυνάμεις του στους τουρκικούς στρατώνες και αφού επίταξε το νοσοκομείο και το διοικητήριο της πόλης, εκδίδει προκήρυξη προς τους κατοίκους προσκαλώντας «άπαντας τους κατοίκους εις υποταγήν, υποσχόμενος αυτοίς άνευ διακρίσεως φυλής και θρησκεύματος, ασφάλειαν ζωής, τιμής και περιουσίας.»
Εντωμεταξύ ο στρατός έστησε τις προφυλακές του στη θέση Άγιος Δημήτριος (των Τσαγκαράδων) και από εκεί επιτηρούσε Καρυές και Μονή Αγίου Μάρκου, όπου είχαν καταφύγει οι Τούρκοι. Ο τουρκικός στρατός ήταν καλά εφοδιασμένος σε τρόφιμα και πολεμοφόδια και τελούσε υπό τις διαταγές του Ζιχνή – μπέη, αξιωματικού με αρτιότατη μόρφωση και ικανότητα, σπουδασμένου στη Γερμανία.
Στις 14 Νοεμβρίου 1912 οι ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στις Καρυές επεχείρησαν να απωθήσουν τους Τούρκους από τις ασφαλείς θέσεις που κατείχαν πάνω στην κορυφογραμμή του Αίπους, αλλά απέτυχαν. Τα ξημερώματα της 15 ης Νοεμβρίου 1912 άρχισε η επιχείρηση κατάληψης του Αίπους. Εγχείρημα δύσκολο. Παρά την δυσχερή ανάβαση οι Έλληνες έγιναν αντιληπτοί, όταν πια είχαν φτάσει στην κορυφογραμμή και είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται, προκειμένου να διευκολύνουν και την ανάβαση των άλλων. Οι φρουροί των τουρκικών προφυλακών αιφνιδιάστηκαν. Ο ελληνικός στρατός προήλασε σε βάθος 500 μ., όπου και παρέμεινε. Η διμοιρία των πεζοναυτών με διοικητή το Δεμέστιχα, προχώρησε
πέραν των θέσεων αυτών, ενώ ένα άλλο τμήμα πεζοναυτών με τον ανθυποπλοίαρχο Νικ. Ρίτσο κατευθύνθηκε στη θέση Κυμιές, κυρίευσε τη μάντρα, αλλά, κατά την επιχείρηση, πληγώθηκε ο Ρίτσος κατάστηθα, μεταφέρθηκε στο πρόχειρο Νοσοκομείο, που είχε συγκροτηθεί στη Σχολή του Αγίου Γεωργίου Βροντάδου, και εκεί εξέπνευσε.
Εντωμεταξύ ο Δεμέστιχας στα υψώματα της Σελλάδας εγκλωβίστηκε και αντιμετώπισε τα τουρκικά πυρά από τρείς πλευρές. Στο σημείο αυτό πληγώθηκε θανάσιμα ο δόκιμος σημαιοφόρος Ιω. Παστρικάκης καθώς και ο Δεμέστιχας, που μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο της Χίου, αφού, προηγουμένως, είχε διατάξει υποχώρηση, μια και οι περισσότεροι των πεζοναυτών
είχαν σκοτωθεί ή τραυματιστεί. Τελικά, ήρθαν ενισχύσεις και ο εχθρός αναγκάστηκε να υποχωρήσει με μεγάλες απώλειες. Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι τη νύχτα. Στη μάχη του Αίπους οι ελληνικές απώλειες ήταν 7 νεκροί και 62 τραυματίες και οι τουρκικές ανέρχονταν σε 26 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Τις επόμενες ημέρες οι ελληνικές δυνάμεις λόγω των κακών καιρικών συνθηκών και της αριθμητικής ανεπάρκειας, με διαταγή του Δελαγραμμάτικα, εγκατέλειψαν το Αίπος και υποχώρησαν στη γραμμή Αρμένη, Κοφινά, Παρθένη, Αγ. Γεωργίου και Λιθίου αναμένοντας ενισχύσεις.
Με την άφιξη δύο ταγμάτων από τη Μυτιλήνη αλλά και  εθελοντικών σωμάτων Κρητικών, Ικαρίων και Χιωτών οι συσχετισμοί ελληνικών και τουρκικών δυνάμεων ανετράπησαν σημαντικά υπέρ των ελληνικών. Όμως ο Δελαγραμμάτικας απέφυγε κάθε επιθετική ενέργεια πιστεύοντας ότι οι τουρκικές δυνάμεις βρίσκονταν μέσα σ’ ένα ασφυκτικό κλοιό που θα τους
εξανάγκαζε αργά ή γρήγορα σε παράδοση. Τελικά στις 20 Δεκεμβρίου στρατός, στόλος και εθελοντές άρχισαν να σφυροκοπούν ανελέητα κατά των Αγ. Πατέρων, του
Προβατείου όρους, του Αίπους, του Μαρμάρου Καρδαμύλων, του Πιτυούς, της Βολισσού, του Αγ. Ισιδώρου. Το αποτέλεσμα ήταν να σημάνει παντού τουρκική υποχώρηση, ενώ οι Έλληνες προήλαυναν σ’ όλα τα μέτωπα. Στον Κοχλιά ο Ζιχνής, βλέποντας τις δυνάμεις του να είναι περικυκλωμένες, ζήτησε να παραδοθεί. Η παράδοση του με άλλους 7 αξιωματικούς στον ταγματάρχη Παπαδημητρίου έγινε στις 8 το βράδυ της 20ης Δεκεμβρίου του 1912 στη θέση Σταυρί του όρους Προβατάς. Σύμφωνα με τον ιατρό Α. Μιχαηλίδη: «Το Πρωτόκολλο παράδοσης του τουρκικού στρατού υπογράφηκε στις Καρυές, την ίδια μέρα, στην οικία του Ιωάννη Χ΄΄Αποστόλου Βενέτου (Σκλαβούνου), η οποία διασώζεται μέχρι σήμερα. Ο Ζιχνή μπέης φιλοξενήθηκε για λίγο στις Καρυές στην οικία Στ. Λαρέντζου και στη συνέχεια ακολούθησε την τύχη των άλλων τούρκων αξιωματικών αιχμαλώτων…. όπως προκύπτει από μεταγενέστερα στοιχεία, το
ξίφος του Ζιχνή βρέθηκε στα χέρια του Στυλιανού Παλιγγίνη, εφέδρου αξιωματικού του ελληνικού απελευθερωτικού στρατού, ο οποίος το κράτησε ως κειμήλιο. Πενήντα τρία χρόνια αργότερα, οι δυο γιοι του Στυλιανού Παλιγγίνη αποφασίζουν να επιστρέψουν στη Χίο το ξίφος του Ζιχνή, θεωρώντας ότι εκεί είναι ο φυσικός χώρος φύλαξης ενός τέτοιου σπουδαίου για το νησί κειμηλίου. Έτσι κατά την επετειακή εκδήλωση του εορτασμού της 11ης Νοεμβρίου, το 1965, παραδίδουν στον Πρόεδρο της Αδελφότητας Αττικοβοιωτίας «Κοραής», ιατρό Αντώνιο Θρουβάλα, το ξίφος του Ζιχνή μπέη. Επιθυμία τους ήταν, το ξίφος να παραδοθεί στη Βιβλιοθήκη «Κοραής» και να εκτεθεί ως σπουδαίο εθνικό κειμήλιο.»
Την επομένη παραδόθηκαν 37 αξιωματικοί,1994 οπλίτες και υπαξιωματικοί, ενώ στα χέρια των Ελλήνων περιήλθαν πυρομαχικά, πυροβόλα, τρόφιμα, αλλά και τηλεφωνικά
μηχανήματα. Από τους αιχμαλώτους, οι βαριά τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν στον Τσεσμέ, ενώ οι υπόλοιποι, με πλοία, προωθήθηκαν στην κυρίως Ελλάδα. Το πολυάριθμο πλήθος, που
παρακολούθησε την επιβίβαση τους, δεν εξετράπη. Στις 26 και 27/12 ο ελληνικός στρατός κατοχής με αρχηγό το Δελαγραμμάτικα αναχώρησε για το μέτωπο της Ηπείρου.

 



Please follow and like us:
fb-share-icon
Αρέσει σε %d bloggers: