Ελένη Τσατσαρώνη-Νικολούδη: Πόσο εύκολο είναι να λειτουργούμε ως ομάδα;

Πόσο εύκολο είναι να λειτουργούμε ως ομάδα;

Γράφει η Ελένη ΤσατσαρώνηΝικολούδη

Ψυχολόγος-Εκπαιδευτικός

BA, Ma, MSc, PhD cand.

Οι άνθρωποι συνηθίζουμε να λειτουργούμε σε ομάδες. Οικογένεια, σχολείο, δουλειά, φίλοι, αθλητισμός, σύλλογοι, κόμματα…. Έχουμε αναρωτηθεί, γιατί ανήκουμε σε μια αθλητική ομάδα, έναν κομματικό φορέα, μια λέσχη, μια παρέα;

Πώς ορίζεται η ομάδα, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της, πώς λειτουργεί το

άτομο μέσα σε αυτήν;

Τί είναι ομάδα

Η έννοια της «ομάδας» ορίζεται με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το πρίσμα της θεωρητικής προσέγγισης, που μελετάμε τον όρο: κοινωνιολογικό, ψυχαναλυτικό, συμπεριφορικό ή άλλο.  Με την οικογένεια να είναι η πρώτη ομάδα στην οποία συμμετέχει ο άνθρωπος, το συναισθηματικό στοιχείοαποτελεί ένα πρωτογενές χαρακτηριστικό της ομάδας.  

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, η ποιότητα του δεσμού της προσκόλλησης με τη μητέρα καθορίζει την ποιότητα των μελλοντικών σχέσεων του παιδιού ως ενήλικα, εντός και εκτός της οικογένειας, αν θέλουμε να ανατρέξουμε σε μια πιο ψυχοδυναμική προσέγγιση της έννοιας της ομάδας (Winnicott, 1965), (Lewin, 1951).

Η μετέπειτα συμμετοχή του ατόμου σε ομάδες και συστήματα, εκτός της οικογένειας (Bandura, 1977), εμπλουτίζουν τη διάσταση ενός δυναμικού συνόλου σχέσεων, αλληλεπίδρασης και ρόλων.

Το σύνολο αυτών των σχέσεων χαρακτηρίζεται από παραστάσεις, δηλαδή, για το πώς βλέπουν οι εξωομάδεςτην ομάδα, στην οποία ανήκουμε και αναπαραστάσεις για το πώς βλέπει το ίδιο το άτομο, τον εαυτό του σε αυτήν (Ναυρίδης, 2005; Bertanlaffy,1971).

Χαρακτηριστικά της ομάδας

Οι ομάδες λειτουργούν σε ένα κοινό πλαίσιο,απαρτίζονται από περισσότερα από τρία μέλη και μοιράζονται κοινούς στόχους (Θεοδωράκης, Γούδας & Παπαϊωάννου, 2016).

Συχνά, η ομάδα χαρακτηρίζεται από ομοιομορφία(για παράδειγμα, στο ντύσιμο ή τη συμπεριφορά), ως προς την προς τα έξω της εικόνα, η οποία προσδίδει την έννοια της ενότητας και της ομοιογένειας. Πρόκειται για ένα στοιχείο, που δίνει την αίσθηση του «ανήκειν», της ταυτότητας.  Έτσι, τα μέλη της αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους συνδεδεμένους μεταξύ τους, σε μια οντότητα (Brown, 2000).

Οι ομάδες χαρακτηρίζονται από αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση, από τη στιγμή που υπάρχει γλωσσική επικοινωνία, ανάμεσα στα μέλη τους.  Η λεκτική και η μη λεκτική επικοινωνία των μελών δημιουργούν μια σχέση, που επηρεάζει τα υποκείμενα, ως πομπούς και ως δέκτες (Ναυρίδης, 2005) και τις σχέσεις μεταξύ τους.

Η κάθε ομάδα διέπεται από κοινές στάσεις, δηλαδή, φανερές ή άδηλες, σταθερές ή ασταθείς εκτιμήσεις (Baron, Branscombe & Byrne, 2012) για την πραγματικότητα.  Όμως, όχι, πάντα, από κοινές αξίες, αφού τα μέλη της μπορεί να είναι ετερογενή, δηλαδή, διαφορετικού φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, κοινωνικοοικονομικού και μορφωτικού επιπέδου κ. ά..

Η κάθε ομάδα δομείται από ιεραρχία, δηλαδή, υπάρχει αρχηγός και ταυτόχρονα, κάθε μέλος αναλαμβάνει έναν συγκεκριμένο ρόλο. Οι ρόλοι είναι αλληλοεξαρτώμενοι, ώστε να εξασφαλιστεί η λειτουργικότητα της ομάδας και η επιτυχής ολοκλήρωση του στόχου.            

Στάδια ανάπτυξης της ομάδας

Οι ομάδες για να περάσουν από το στάδιο της ανωριμότητας στη φάση της ωριμότητας, πρέπει να περάσουν από κάποια στάδια.

Σύμφωνα με τον Tuckman (1965), τα στάδια ανάπτυξης της ομάδας είναι πέντε: σχηματισμός (forming), καταιγισμός (storming), ρύθμιση (norming), απόδοση (performing), διακοπή (adjourning).

Σχηματισμός

Στο στάδιο του σχηματισμού δεν υπάρχουν ξεκάθαροι στόχοι, τα μέλη δεν έχουν ακόμη ρόλους, δεν υπάρχει προσανατολισμός, δηλαδή, οι προσδοκίες των μελών είναι υπό διερεύνηση από την ομάδα.  Η ρευστότητα αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του σταδίου (Ναυρίδης, 2005).  Η διερεύνηση των αναγκών και των επιθυμιών των μελών είναι ακαθόριστες (Αρχοντάκη & Φιλίππου, 2003).

Καταιγισμός

Στο στάδιο αυτό, γίνεται συζήτηση. Παρατηρούμε μια διαδικασία ανταλλαγής ιδεών, κατά την οποία μπορεί να παρατηρηθούν διαφωνίες και αντιπαραθέσεις στην ομάδα, για το ποιος θα έχει τον έλεγχό της (Yalom, 2006).  

Ρύθμιση

Σε αυτό το στάδιο έχουν τεθεί οι κανόνες λειτουργίας της ομάδας και έχουν αναπτυχθεί δεσμοί εμπιστοσύνης (Τσιμπουκλή, 2012).  Η ομάδα φαίνεται ότι έχει ανταπεξέλθει στις τυχόν συγκρούσεις και προσπαθεί να αξιοποιήσει τις εσωτερικές της δυνάμεις, για να υλοποιήσει το σκοπό της (Κατσορίδου, 2002).

Απόδοση

Η ομάδα έχει φτάσει στο αποτέλεσμα της παραγωγικής προσπάθειάς της, τα μέλη νιώθουν περήφανα και έχουν υψηλό ηθικό και προσδοκίες για την εκπλήρωση του κοινού στόχου.  

Διακοπή

Στο τελευταίο αυτό στάδιο, η πορεία προς τον στόχο έχει σχεδόν, ολοκληρώσει τον κύκλο της και τα μέλη  κάνουν έναν μικρό απολογισμό, για το τι πήγε καλά και τι λιγότερο καλά, εκφράζοντας συναισθήματα για αυτά που βιώθηκαν, κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας (Γεωργάκας et al., 2008).

Αναπόσπαστο συστατικό για την λειτουργία της ομάδας είναι η επικοινωνία. Δηλαδή, η διαδικασία, μέσω της οποίας ένας πομπός μεταβιβάζει πληροφορίες, σκέψεις, συναισθήματα, σε έναν δέκτη, ώστε να επηρεάσει την κατάσταση και τη συμπεριφορά του (Μπουραντάς, 1992). Αποτελεί ένα καταλυτικό χαρακτηριστικό για τον σχηματισμό και την πορεία της ομάδας.  

Ως μέσο επικοινωνίας καλείται κάθε φορέας μεταβίβασης ενός μηνύματος από τον πομπό στον δέκτη, όπως ο λόγος, η γλώσσα, ήχοι, χειρονομίες (Σαϊτης, 1994; Ζερβός, 2008). Η επικοινωνία, δηλαδή, μπορεί να είναι λεκτική (προφορική ή γραπτή, με τη χρήση λέξεων) ή μη λεκτική (ο τρόπος αλληλεπίδρασης με μη λεκτικά σύμβολα, όπως, η στάση του σώματος, οι χειρονομίες) (ΜαλικιώσηΛοϊζου, 1993).

Μπορεί να αναγνωρίσουμε τη δύναμη της γλώσσας μέσω της έκφρασης των συναισθημάτων, αλλά η επικοινωνία είναι επίσης κάτι που λαμβάνει χώρα γύρω από τις σχέσεις και μέσα σε αυτές (Ντακ, 2004).

Η επικοινωνία γίνεται μέσω του προφορικού λόγου (Παυλίδου, 2015), η οποία είναι ταχεία, άμεση και συμπληρώνεται με μη λεκτικά μηνύματα (Κοτζαϊβάζογλου & Πασχαλούδη, 2002).

Συνοψίζοντας, το άτομο ανήκει σε ομάδες από τη γέννησή του, με πρωταρχική εκείνη της οικογένειας.  Στην εξελικτική του πορεία, ο αριθμός και το είδος των ομάδων στις οποίες συμμετέχει διευρύνεται και αυξάνεται.  

Οι γλωσσικές και φυλετικές ομάδες, αν και δεν γνωρίζουμε όλα τα μέλη της, είναι παραδείγματα ευρέων ομάδων με τις οποίες ταυτιζόμαστε, όχι εξαιτίας των δεσμών μας, αλλά, ακούσια, επειδή γεννηθήκαμε, για παράδειγμα, σε μια συγκεκριμένη χώρα, είμαστε άνδρες ή γυναίκες ή έχουμε μια συγκεκριμένη εθνικότητα.

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, οι ομάδες περνούν από συγκεκριμένα εξελικτικά στάδια, ενώ η επικοινωνία αποτελεί ένα πρωταρχικό στοιχείο για τη δυναμική της ομάδας και την αλληλεπίδραση των μελών της. Είναι σημαντική η ανάληψη ρόλων για τη λειτουργία μιας ομάδας, ώστε μέσα από τα διαφορετικά στάδια που αυτή περνά και με αποτελεσματική επικοινωνία να υπάρχει αλληλεξάρτηση, καλή αλληλεπίδραση και συνοχή, για να επιτευχθούν οι κοινοί στόχοι.

Με λίγα λόγια, εντασσόμαστε σε ομάδες είτε επειδή το επιλέγουμε, είτε όχι, κατευθυνόμενοι από συναισθήματα και μια βαθύτερη ανάγκη του «ανήκειν», έχοντας κάποιους κοινούς στόχους με τα υπόλοιπα μέλη, τους οποίους θέλουμε να φέρουμε εις πέρας.

Η σύγκρουση είναι απαραίτητο στάδιο στη λειτουργία μιας ομάδας και αποτελεί συστατικό της αλληλεπίδρασης και της επικοινωνίας, ανάμεσα στα μέλη της. Μέσα από αυτήν τη χρήσιμη διαδικασία μαθαίνουμε να συνεργαζόμαστε, να συνυπάρχουμε και να «κάνουμε δουλειά» με τον εαυτό και τα συναισθήματά μας.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Αρχοντάκη, Ζ. & Φιλίππου, Δ. (2003). Βιωματικές ασκήσεις για εμψύχωση ομάδων, Αθήνα: Καστανιώτη.

Bandura, A. (1977). Social learning theory. NJ: Prentice Hall.

Baron, R., Branscombe, N. & Byrne, D. (2012).Κοινωνική ψυχολογία. Αθήνα: ίων.

Βασιλείου, Γ. (1987). Ο άνθρωπος ως σύστημα: μια παρουσίαση για τον παιδοψυχίατρο. Σύγχρονα Θέματα Παιδοψυχιατρικής, τομ. Α, μέρος Γ, Αθήνα.

Bertanlaffy, L. (1971). General Systems Theory.New York: George Braziler.

Brown, R. (2000). Social identity theory: Past achievements, current problems and future challenges. European Journal of Social Psychology, 30, 745-778.

Γεωργάκας, Π., Βασιλείου, Χ., Γκιορτζή, Σ., Χαριτοπούλου, Θ., Χατζούδη, Θ. (2008). Εξωλεκτικήεπικοινωνία: το σώμα ως μέσο έκφρασης στη διαδικασία της απεξάρτησης. Ψυχιατρική 19: 73-80.

Ζερβός, Θ. (2008). Η ψυχολογία της γλώσσας. Αθήνα: Έλλην.

Θεοδωράκης, Γ., Γούδας, Μ. & Παπαϊωάννου, Α. (2016). Ψυχολογική υπεροχή στον αθλητισμό. Αθήνα: Κυριακίδη.

Κατσορίδου, Χ. (2002). Κοινωνική εργασία με ομάδες. Αθήνα: Έλλην.

Κοτζαϊβάζογλου, Ι. & Πασχαλούδη, Δ. (2002). Οργανωσιακή επικοινωνία: η

επικοινωνία για επιχειρήσεις και οργανισμούς.Αθήνα: Πατάκη.

Lewin, K. (1951). Field Theory in social science.New York: Harper

Lewin, K. (1935). A Dynamic Theory of Personality. Νέα Υόρκη: McGraw-Hill.  

Lewin, K. (1942): Field theory and learning. The psychology of learning. Natl. Soc. Stud. Educ. 41stYearbook, Part II

Μαλικιώση – Λοΐζου, Μ. (1993). Ο ρόλος του φυσικού και κοινωνικού σχολικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού. Νέα

Παιδεία, τεύχος 67.

Μπουραντάς, Δ. (1992). Management, Οργανωτική Θεωρία και Συμπεριφορά,

Αθήνα: Team.

Ντακ, Σ. (2004). Ανθρώπινες σχέσεις. Αθήνα: Καστανιώτης.

Παυλίδου, Θ.-Σ. (2008). Επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης. Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη..

Τσιμπουκλή, Α. (2012). ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Πρόγραμμα δια βίου εκπαίδευσης-εκπαιδευτικό υλικό για τη θεματική ενότητα: δυναμική ομάδας και επικοινωνία στην εκπαίδευση ενηλίκων. Αθήνα: Καμπύλη.

Winnicott, D.W. (1965). The maturational process and the facilitating environment. New York: International Universities Press

Χυτήρης, Λ. (2001). Οργανωσιακή συμπεριφορά.Αθήνα: Τυπωθήτω.

Yalom, I. D. (1996). The theory and practice of group psychotherapy. New York : Basic books.

Please follow and like us:
Αρέσει σε %d bloggers: